ἀντλία

ἀντλία
ἀντλίᾱ , ἀντλία
hold of a ship
fem nom/voc/acc dual
ἀντλίᾱ , ἀντλία
hold of a ship
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)
ἀντλίον
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἀντλίᾳ — ἀντλίαι , ἀντλία hold of a ship fem nom/voc pl ἀντλίᾱͅ , ἀντλία hold of a ship fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντλία — Μηχανισμός που χρησιμοποιείται για τη μετακίνηση, την κατάθλιψη ή την αναρρόφηση ενός ρευστού, υγρού ή αερίου. Οι συνηθισμένοι τύποι α. είναι τρεις: εμβολοφόρες, περιστροφικές και φυγοκεντρικές. Οι εμβολοφόρες α. χρησιμοποιούνται για… …   Dictionary of Greek

  • αντλία — η συσκευή με την οποία παίρνουμε (αντλούμε) από κάποιο χώρο υγρό ή αέρα: Οι αντλίες ξεχωρίζουν σε «υδραντλίες» και «αεραντλίες» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιοντική αντλία — Αντλία κενού, στην οποία το αέριο που πρόκειται να απομακρυνθεί ιονίζεται από μία δέσμη ηλεκτρονίων και τα σχηματιζόμενα θετικά ιόντα έλκονται από μία κάθοδο. Με τις αντλίες αυτές μπορεί να δημιουργηθεί κενό που φτάνει τα 10 4N/cm2 και το αέριο… …   Dictionary of Greek

  • ιοντοαπορροφητική αντλία — Αντλία κενού, όπου τα αδρανή, από χημική άποψη, αέρια απομακρύνονται με τη μορφή ιόντων εξαιτίας ισχυρού ιονισμού τους που προκαλείται από ένα ηλεκτρικό πεδίο και τα δραστικά αέρια απομακρύνονται με παγίδες αερίων (γκέτερς). H ι.α. μπορεί να… …   Dictionary of Greek

  • ενδοαορτική αντλία ή μπαλόνι — Συσκευή που εισάγεται στην αορτή, για να παρέχει προσωρινή βοήθεια σε μια ανεπαρκώς λειτουργούσα καρδιά. Η συσκευή λειτουργεί φουσκώνοντας ανάμεσα στις συσπάσεις του καρδιακού μυός, για να βοηθήσει την κυκλοφορία του αίματος. Χειρουργική επέμβαση …   Dictionary of Greek

  • αεραντλία — Αντλία που χρησιμεύει για τη μεταφορά ενός αερίου από έναν χώρο σε άλλο ή για την αύξηση της ταχύτητάς του. Οι διάφοροι τύποι α. διαιρούνται σε τρεις βασικές κατηγορίες: α) αντλίες κενού, που αδειάζουν τα αέρια από έναν χώρο, β) αεροσυμπιεστές,… …   Dictionary of Greek

  • ἀντλίας — ἀντλίᾱς , ἀντλία hold of a ship fem acc pl ἀντλίᾱς , ἀντλία hold of a ship fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντλίαι — ἀντλία hold of a ship fem nom/voc pl ἀντλίᾱͅ , ἀντλία hold of a ship fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντλίαν — ἀντλίᾱν , ἀντλία hold of a ship fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”